Ε.Τ. ο Εξωγήινος (1982)




Ε.Τ. ο Εξωγήινος (1982)

E.T. the Extra-Terrestrial (1982)


  
Ε.Τ. ο Εξωγήινος (1982)E.T. the Extra-Terrestrial (1982)
"Ε.Τ. ο Εξωγήινος" 
★★★★★★★★★☆
Σε μία προαστιακή γειτονιά της Καλιφόρνια, ο 10χρονος Έλιοτ συναντά έξω από το σπίτι του έναν φιλικό εξωγήινο που ξέμεινε κατά λάθος στη Γη όταν το διαστημόπλοιο του αναγκάστηκε να απογειωθεί βιαστικά. Ο Έλιοτ ονομάζει τον εξωγήινο E.T. και τον παίρνει στο σπίτι, όπου τον αποκαλύπτει στον μεγαλύτερο αδερφό του, τον Μάικλ, και στη μικρή αδερφή τους, τη Γκέρτι. Αγνοώντας πως μια ομάδα κυβερνητικών πρακτόρων προσπαθεί να εντοπίσει τον Ε.Τ., τα παιδιά περνούν χρόνο μαζί του, ανακαλύπτουν τις δυνάμεις του και προσπαθούν να τον βοηθήσουν να επικοινωνήσει με το σπίτι του. (115 λεπτά) (Ηλικία: 6+)
Σκηνοθεσία: Στίβεν Σπίλμπεργκ
Ηθοποιοί: Χένρι Τόμας, Ντι Γουάλας, Ρόμπερτ ΜακΝότον, Ντρου Μπάριμορ, Πίτερ Κογιότ


Με μια καριέρα που εκτείνεται σε πέντε δεκαετίες, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ είναι ο πιο εμπορικός σκηνοθέτης στην ιστορία με συνολικά έσοδα στο box office που ξεπερνούν τα 10 δις δολάρια, ενώ τα έργα του συνθέτουν μια ευρεία γκάμα διαφορετικών κινηματογραφικών ειδών όπως ιστορικά, ρομαντικά, πολεμικά και βιογραφικά δράματα, sci-fi, περιπέτειες, κωμωδίες και μιούζικαλ, ταινίες μυστηρίου και φαντασίας. Με το Jaws (1975) κατοχυρώθηκε στην ιστορία ως ο δημιουργός του είδους blockbuster, ενώ ανεξάρτητα από την κατηγορίας τους, στην πλειονότητά τους οι ταινίες του Σπίλμπεργκ είναι θεαματικές υπερπαραγωγές μεγάλης κλίμακας. Ωστόσο, για τους περισσότερους η πρώτη ταινία που έρχεται στο μυαλό στο άκουσμα του ονόματός του, και η πιο αναγνωρισμένη από τους κριτικούς, είναι αυτό το προσωπικό, χαμηλού προϋπολογισμού και μικρής κλίμακας οικογενειακό δράμα επιστημονικής φαντασίας.

Ο Σπίλμπεργκ εμπιστεύτηκε τη συγγραφή του σεναρίου της, εν μέρει, αυτοβιογραφικής ιστορίας του στη Μελίσσα Μάθισον, της οποίας το χάρισμα να αφηγείται με συναίσθημα και τρυφερότητα περιπετειώδεις ιστορίες φιλίας ανάμεσα σε παιδιά και πλάσματα είχε ήδη φανεί με την πρώτη σεναριακή δουλεία της Το Μαύρο Άλογο (1979). Αυτά ακριβώς τα στοιχεία, οι συγκινητικές στιγμές και η τρυφερή προσέγγιση, είναι αυτά που ξεχώρισαν την ταινία από τις εκατοντάδες άλλες sci-fi περιπέτειες της δεκαετίας του 1980.

Κατά την κυκλοφορία της η ταινία ξεπερνώντας τις εισπράξεις του Star Wars (1977) αναδείχθηκε στη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία όλων των εποχών, έναν τίτλο που διατήρησε για 11 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που ο Σπίλμπεργκ έσπασε το ίδιο του το ρεκόρ με το Jurassic Park (1993). Η ταινία απέσπασε πολλαπλές διακρίσεις, όπως 9 υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας, και Σεναρίου, κερδίζοντας στις κατηγορίες Μουσικής, Οπτικών Εφέ, Ήχου και Ηχητικών Εφέ.

Η ιστορία θεωρείται πνευματικός διάδοχος της προηγούμενης παραγωγής επιστημονικής φαντασίας του Σπίλμπεργκ, την υποψηφία για 7 Όσκαρ Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου (1977), ενώ αντλεί τα δραματικά στοιχεία της από τα παιδικά χρόνια του δημιουργού και την προσπάθεια του να διαχειριστεί το διαζύγιο των γονιών του. Η αυθεντικότητα των γήινων χαρακτήρων, οι ρεαλιστικές συμπεριφορές τους και η λεπτομερής καταγραφή της προαστιακής τους καθημερινότητας προκαλούν την ταύτιση των θεατών και προσδίδουν αξιοπιστία στα μυστηριώδη και φανταστικά στοιχεία. Στην εδραίωση της αξιοπιστίας συντελούν και τα υπερσύγχρονα για την εποχή τους οπτικά εφέ από την εταιρεία του Τζορτζ Λούκας Industrial Light & Magic και η ευαίσθητη και περιπετειώδης μουσική επένδυση του μόνιμου συνεργάτη του Σπίλμπεργκ, Τζον Γουίλιαμς.

Παρά τα όλα θετικά της, η ταινία παρουσιάζει αρκετές ατέλειες σε διάφορες πτυχές της, ακόμη και σε εκείνες που είχαν προταθεί για Όσκαρ, όπως στη σκηνοθεσία, στο μοντάζ, τη φωτογραφία, αλλά και στο σενάριο, το οποίο περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στο σκοτεινό σπίτι της οικογένειας, ενώ όταν μεταφέρεται έξω από αυτό αναλώνεται σε κωμικά περιστατικά και σε σκηνές δράσης. Ωστόσο, αν και σε καθαρά τεχνικό επίπεδο δεν αιτιολογείται ο θρύλος που έχει δημιουργηθεί γύρω της, η ταινία ξεπερνά τη φυσική της παρουσία, καθώς αυτά που παραμένουν ως αναμνήσεις είναι οι ευγενείς ιδέες της, τα ώριμα θέματα, οι συγκινητικές στιγμές, οι μαγευτικές εικόνες, και πάνω απ ‘όλα η αίσθηση ελευθερίας, περιπέτειας, και του πως είναι να είσαι ένα 10χρονο παιδί. 

Μέσα από διάσπαρτες λεπτομέρειες που συντροφεύουν τη φανταστική πλοκή, η ιστορία αντικατοπτρίζει με ενσυναίσθηση τα όνειρα, τις επιθυμίες και τους φόβους των παιδιών που βρίσκονται στο κατώφλι της εφηβείας και διανύουν τη σύντομη περίοδο όπου διατηρούν αβίαστα την πηγαία φαντασία, την αθωότητα και τον αυθορμητισμό τους, όμως έχουν ήδη αρκετή γνώση για τον κόσμο, τον οποίο επιθυμούν να εξερευνήσουν και ψάχνουν να βρουν τη θέση τους μέσα σε αυτόν.

Μέσα από αυτά τα στοιχεία, το παιδικό χιούμορ, την ηπιότητα των σκηνών δράσης, αλλά και από την επιλογή του σκηνοθέτη να γυρίσει το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας από το επίπεδο των ματιών ενός παιδιού, προκύπτει πως ο πρωταρχικός στόχος του Σπίλμπεργκ ήταν να απευθυνθεί άμεσα στις καρδιές των παιδιών αλλά και να επικαλεστεί τη νοσταλγία και τις παιδικές αναμνήσεις των ενηλίκων. 

Πέραν της διασκέδασης και της συγκίνησης, η ιστορία περιέχει και δυνατά μηνύματα για τη φιλία και την οικογένεια, ενώ προωθεί την επικοινωνία και την αδελφοσύνη μεταξύ φυλών και πολιτισμών. Οι κεντρικοί ανθρώπινοι χαρακτήρες, ο Έλιοτ και τα αδέλφια του, Μάικλ και Γκέρτι, αν και χαρακτηρίζονται από μια επιπολαιότητα στις συμπεριφορές και τις αποφάσεις τους, επιδεικνύουν θετικά χαρακτηριστικά όπως προθυμία να βοηθήσουν, σθένος, επιμονή και αφοσίωση. 

Η ταινία περιλαμβάνει κάποιες περιστάσεις ανάρμοστου χιούμορ και προσβλητικών χαρακτηρισμών, κάποιες στιγμές που έχουν ήπια μυστηριώδη ή αγωνιώδη στοιχεία, καταδιώξεις και μια έντονη, συναισθηματικά φορτισμένη σκηνή που, παρά την αίσια έκβασή της, πιθανόν να αναστατώσει τα παιδιά και να φέρει δάκρυα στα μάτια των πιο ευαίσθητων θεατών ανεξαρτήτως ηλικίας.