Soul (2020)




Soul (2020)

Soul (2020)



Soul (2020)
Soul (2020)
★★★★★★★★★☆  
Ο Τζο Γκάρντνερ, ένας μουσικός με πάθος για τη τζαζ, εργάζεται ως δάσκαλος της μπάντας ενός γυμνασίου καθώς δεν κατάφερε ποτέ να βρει δουλειά ως επαγγελματίας πιανίστας. Όταν του παρουσιάζεται η ευκαιρία να παίξει δίπλα σε μια θρύλο της τζαζ στο καλύτερο κλαμπ της πόλης, είναι τόσο ενθουσιασμένος που δεν βλέπει που πατάει. Ένα λάθος βήμα τον οδηγεί από τους δρόμους της Νέας Υόρκης στο δρόμο προς τη μεταθανάτια ζωή. Όμως ο Τζο, μη μπορώντας να αποδεχθεί πως πέθανε λίγο πριν πραγματοποιηθεί το μεγάλο του όνειρο, προσπαθεί να επιστρέψει στο σώμα του. Αντ’ αυτού καταλήγει στο μέρος όπου οι νέες ψυχές προετοιμάζονται για τη ζωή και γνωρίζεται με την 22, μια ψυχή που δεν βρίσκει λόγο να κατέβει στη Γη. (113 λεπτά.) (Ηλικία: 9+)
Σκηνοθεσία: Πιτ Ντόκτερ, Κεμπ Πάουερς
Ηθοποιοί: Τζέιμι Φοξ, Τίνα Φέι, Γκρέιαμ Νόρτον, Ρέιτσελ Χάους, Άλις Μπράγκα, Ρίτσαρντ Αγιοάντε, Φιλίσια Ρασάντ, Ντονέλ Ρόλινγκς, Questlove, Άντζελα Μπάσετ


Ο σκηνοθέτης του Soul (2020), Πιτ Ντόκτερ, προσελήφθη το 1990 ως ένας εκ των τριών πρώτων σχεδιαστών της Pixar και κατόρθωσε να ανελιχθεί σε Επικεφαλής Δημιουργικού του στούντιο. Ο Ντόκτερ έχει συμμετάσχει ως σεναριογράφος, παραγωγός ή μέλος της δημιουργικής ομάδας σε κάθε παραγωγή της εταιρείας. Παράλληλα, οι τρεις προηγούμενες ταινίες που έγραψε και σκηνοθέτησε για το στούντιο, οι Μπαμπούλας Α.Ε. (2001)Ψηλά στον Ουρανό (2009) και Τα Μυαλά Που Κουβαλάς (2015), έχουν συγκεντρώσει περισσότερες από 300 σημαντικές διακρίσεις, ανάμεσά τους και 7 υποψηφιότητες για Όσκαρ και 4 νίκες.
 
Η τέταρτη προσωπική ταινία του Ντόκτερ, επίσης βραβευμένη με Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων, αποτελεί έναν τεχνικό θρίαμβο που προσφέρει μεγάλες ιδέες για την ταυτότητα, το σκοπό και το νόημα της ζωής, τα όνειρα, το πάθος και τις ανθρώπινες σχέσεις.

Και οι 22 προηγούμενες ταινίες της Pixar ξεχωρίζουν για την προσπάθειά τους, και εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων για την επιτυχία τους, να διασκεδάζουν και να συγκινούν τους θεατές κάθε ηλικίας. Οι παραγωγές του στούντιο φημίζονται για την ικανότητα τους να ανοίγουν ένα παράθυρο για τα παιδιά στον κόσμο και τις ανησυχίες των ενηλίκων. Ταυτόχρονα όμως υπενθυμίζουν στους μεγαλύτερους τη μαγεία, τον αυθορμητισμό και τη φαντασία της παιδικής ηλικίας.

Και αυτή η ταινία απευθύνεται σε ενήλικες και παιδιά, αν και μεγαλύτερης ηλικίας λόγω των απαιτητικών της θεμάτων. Ωστόσο η προσέγγιση των δύο ηλικιακών ομάδων δεν γίνεται μέσα από τη διττή απήχηση των ίδιων στοιχείων, αλλά από διαφορετικά κομμάτια ξεχωριστά σχεδιασμένα για το κάθε κοινό. Αυτή η τακτική δημιουργεί μια ανισορροπία στον τόνο και στην ατμόσφαιρα. Επίσης, αναπόφευκτα λόγω των εκ φύσεως αναπάντητων μεταφυσικών ζητημάτων που προσεγγίζει, η πλοκή παρουσιάζει ατέλειες και ασάφειες, οι οποίες στερούν από τον θεατή την ευκαιρία να βυθιστεί πλήρως στην κατά τ’ άλλα ενδιαφέρουσα ιστορία.

Αρκετά στοιχεία της ιστορίας ανακυκλώνουν ιδέες προγενέστερων παραγωγών του στούντιο, ενώ αιφνιδιάζει η χρήση κινηματογραφικών κλισέ. Όπως και το βραβευμένο με Όσκαρ COCO (2017) του Λι Άνκριτς, η ιστορία επικεντρώνεται σε έναν παθιασμένο με τη μουσική μη λευκό ήρωα, που μετακινείται προς και από τη διάσταση της μεταθανάτιας ζωής και μέσα από την περιπέτεια του παρουσιάζεται η κουλτούρα της κοινότητάς του. Εμφανείς ομοιότητες παρουσιάζει και με το “Inside Out” καθώς πραγματεύεται υπαρξιακά θέματα και απεικονίζει αφηρημένες έννοιες με χαριτωμένους, κωμικούς χαρακτήρες. Και όπως και τα περισσότερα έργα της Pixar, η ιστορία ακολουθεί ένα ζευγάρι αντίθετων χαρακτήρων σε μια κοινή αποστολή ενάντια στον χρόνο, με τον πιο λογικό από τους δύο να συνειδητοποιεί τις αδυναμίες της κοσμοθεωρίας του μέσα από την αλληλεπίδρασή του με τον λιγότερο ώριμο σύντροφο του.

Το πιο βαθύ, συγκινητικό, όμορφο και καλλιτεχνικό κομμάτι είναι ο χρόνος που περνάμε με τον Τζο στον αληθινό κόσμο. Ο σχεδιασμός των ανθρώπινων χαρακτήρων, οι εκφράσεις και οι κινήσεις τους, τα σκηνικά των δρόμων της Νέας Υόρκης, τα ατμοσφαιρικά κτήρια, ο ζεστός φωτισμός και οι πλούσιες υφές, είναι όλα μαγευτικά γήινα, πανέμορφα και εντυπωσιακά από τεχνικής άποψης. Η πραγματικότητα συνοδεύεται από τις ευχάριστες τζαζ συνθέσεις του Τζον Μπατίστ, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της αφήγησης.

Ωστόσο, ο κεντρικός χαρακτήρας, ο πρώτος μαύρος πρωταγωνιστής του στούντιο, είναι αυτός που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η καθημερινότητα και οι ανησυχίες του Τζο είναι τόσο ρεαλιστικές και καλοδουλεμένες που κάθε ενήλικας ανεξαρτήτου ηλικίας, φύλου και φυλής θα μπορέσει να ταυτιστεί μαζί του. Το πάθος, η επιμονή, ο ενθουσιασμός και οι προσδοκίες του για τον ίδιο και τους άλλους, εμπνέουν και συγκινούν. Επίσης, οι σχέσεις του με τους μαθητές, τους φίλους και την οικογένειά του επικοινωνούν σημαντικά μηνύματα και εμβαθύνουν σε διάφορες πτυχές του χαρακτήρα του.

Αντίθετα, και αναπάντεχα καθώς οι φανταστικοί, κρυφοί κόσμοι αποτελούν ειδικότητα της Pixar, η υπερφυσική διάσταση δεν είναι εξίσου ενδιαφέρουσα. Με εξαίρεση κάποιες ευρηματικές ιδέες, όπως το αστρικό επίπεδο που μπορούν να επισκεφτούν οι ζωντανοί, τα περισσότερα φανταστικά στοιχεία, τόσο όσο αφορά τη σύλληψη όσο και τον σχεδιασμό, είναι απλοϊκά και επαναλαμβανόμενα. Παρομοίως, μετά τη ζωηρή πρώτη εντύπωση που αφήνει η αιθέρια, ηλεκτρονική μουσική επένδυση των Τρεντ Ρέζνορ και Άτικους Ρος και αυτή σύντομα γίνεται μονότονη.

Καθώς η ιστορία επιχειρεί να εξετάσει μεταφυσικά ερωτήματα υπό το πρίσμα του υπερφυσικού, το αποτέλεσμα παρουσιάζει ασάφειες και λογικά άλματα. Οι εξηγήσεις που προσφέρει είναι περίπλοκες για τα παιδιά και ταυτόχρονα αφελείς για τους ενήλικες. Επιπλέον, για χάρη της εξέλιξης της πλοκής αναφέρεται σωρεία γραφειοκρατικών κανόνων που αποσπά την προσοχή των παιδιών. Οι δημιουργοί προσπαθούν να επανακτήσουν το ενδιαφέρον των νεαρών θεατών παρεμβάλλοντας στιγμές σωματικής κωμωδίας.

Αν και το υπερφυσικό κομμάτι λογικά δημιουργεί περισσότερες απορίες από όσες λύνει, η ταινία είναι γλυκιά και διασκεδαστική. Η ιστορία προβάλλει την αξία του πάθους, της επιμονής, του ενθουσιασμού, της φιλίας και της ανιδιοτέλειας. Επιπλέον τονίζει τη σημασία της αναγνώρισης και της εκτίμησης όσων ήδη έχουμε.

Ενθαρρύνονται σκέψεις σχετικά με το νόημα και τον σκοπό της ζωής και για μερικά από τα μεγαλύτερα πρακτικά υπαρξιακά ερωτήματα. Το κεντρικό μήνυμα είναι πιο βαθύ, πιο ουσιαστικό και πιο άμεσο από αυτό που διαφαίνεται αρχικά. Προωθείται η ιδέα πως οι απαντήσεις πιθανόν να βρίσκονται στις μικρές στιγμές, στις σχέσεις, στο συναίσθημα και όχι στην πραγμάτωση μεγαλεπήβολων στόχων.