Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων (2001)



Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων (2001)

Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων (2002)


Ταξίδι στη χώρα των θαυμάτωνSen to Chihiro no Kamikakushi (2001)
"Ταξίδι στη Χώρα των Θαυμάτων" - "Spirited Away" 
★★★★★★★★★★ 
Στο δρόμο προς το νέο τους σπίτι, ο πατέρας της 10χρονης Τσιχίρο παίρνει μια λάθος στροφή που τους οδηγεί σε ένα εγκαταλειμμένο θεματικό πάρκο. Εκεί οι γονείς της τρώνε το φαγητό που βρίσκουν σε έναν πάγκο, ενώ η Τσιχίρο περιπλανιέται στην έρημη πόλη. Καθώς νυχτώνει, το κορίτσι συναντά ένα αγόρι, τον Χακού, ο οποίος την προειδοποιεί πως πρέπει να φύγει άμεσα από εκεί. Όμως η Τσιχίρο ανακαλύπτει ότι οι γονείς της έχουν ήδη μετατραπεί σε γουρούνια και η ίδια έχει παγιδευθεί σε έναν κόσμο που γεμίζει με πνεύματα. (125 λεπτά) (Ηλικία: 10+)
Σκηνοθεσία: Χαγιάο Μιγιαζάκι
Ηθοποιοί: (Iαπωνικά) Ρούμι Χιράγκι, Μιγιού Ιρίνο, Μάρι Νατσούκι, Μπούντα Σουγκαγάρα, Τακάσι Νάιτο
(Αγγλικά) Ντάβεϊ Τσέις, Τζέισον Μάρσντεν, Σούζαν Πλεσέτ, Ντέιβιντ Όγκντεν Στιρς, Μάικλ Τσίκλις


Η 12η ταινία του Studio Ghibli και 8η του Χαγιάο Μιγιαζάκι είναι μία περιπέτεια φαντασίας, η οποία αποτέλεσε την πρώτη παραδοσιακά σχεδιασμένη στο χέρι ταινία, αλλά και την πρώτη ξενόγλωσση, που κατέκτησε το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας Κινουμένων Σχεδίων. Επιπλέον, έγινε η πρώτη ταινία κινουμένων σχεδίων στα 50 χρόνια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου στην οποία απονεμήθηκε το υψηλότερο βραβείο της διοργάνωσης, η Χρυσή Άρκτος, ενώ βρίσκεται και στην κορυφή της λίστας των “50 ταινιών που κάποιος πρέπει να δει μέχρι την ηλικία των 14 ετών” του Βρετανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου.

Η ευρεία αναγνώρισή της ως η καλύτερη ταινία κινουμένων σχεδίων όλων των εποχών προκύπτει τόσο από τον καλλιτεχνικό, πλούσιο, λεπτομερή και συμβολικό σχεδιασμό όσο και από την σουρεαλιστική και σκοτεινή, αλλά τελικά αισιόδοξη ιστορία, η οποία είναι γεμάτη από ανεπαίσθητες μα και ξεκάθαρες μεταφορές για πλήθος ψυχολογικών και κοινωνικών θεμάτων. Ανάμεσα στα ισχυρά θέματα ξεχωρίζουν η αναζήτηση της προσωπικής ταυτότητας, οι προκλήσεις της ενηλικίωσης και της εργασίας, η γυναικεία ενδυνάμωση, η καταστροφική φύση της απληστίας, της περιβαλλοντικής ρύπανσης, της ξενοφοβίας και της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Ως λύσεις προτείνονται η γενναιότητα, η επιμονή, η ελπίδα, η σκληρή δουλειά, η συμπόνοια, η αγάπη, η φιλία και η ωρίμανση του ατόμου με την παράλληλη διατήρηση της αυθεντικής του προσωπικότητας.

Ο σχεδιασμός κυμαίνεται από καθημερινές, ειδυλλιακές και ονειρικές εικόνες σε σουρεαλιστικές, αποκρουστικές και τρομακτικές σκηνές. Παρομοίως η ορχηστρική μουσική επένδυση του Τζο Χισαΐσι συνδυάζει ανάλαφρους Ιαπωνικούς ήχους και γλυκές μελωδίες στο πιάνο με ηρωικά κομμάτια και μεταφυσικούς τόνους.

Συμβολικά της αρνητικής επιρροής του Δυτικού πολιτισμού στην Ιαπωνία, ο οποίος οδήγησε το λιτό και σχεδόν εξ ολοκλήρου χορτοφαγικό έθνος να μετατραπεί σε υπέρ-καταναλωτική και σαρκοφαγική χώρα, οι γονείς της Τσιχίρο με Δυτικά στοιχεία, όπως το αυτοκίνητο, τα ρούχα και τις πιστωτικές τους κάρτες, αψηφούν αλαζονικά τις προειδοποιήσεις του ερημικού πάρκου και τρώνε με μανία τα κρέατα που προορίζονται για τα πνεύματα της φύσης, με αποτέλεσμα να μεταμορφωθούν σε γουρούνια.

Η μεταμόρφωση των γονιών της αφήνει την Τσιχίρο μόνη και φοβισμένη και για να την βοηθήσει έρχεται ο Χακού, ένα πνεύμα με τη μορφή νεαρού αγοριού, ο οποίος έχασε την ταυτότητά του εξαιτίας της ανθρώπινης καταστροφής της φύσης. Ο Χακού συμβουλεύει την Τσιχίρο πως για να επιβιώσει θα πρέπει να αναζητήσει δουλειά στο λουτρό των πνευμάτων, το οποίο διευθύνει η άπληστη μάγισσα Γιουμπάμπα. Άλλο ένα σύμβολο της δυτικής επιρροής, η Γιουμπάμπα με τα ευρωπαϊκά της ρούχα και έπιπλα υποθέτει ότι όλοι είναι τόσο άπληστοι όσο η ίδια, ενώ διδάσκει το γιγαντιαίο μωρό της πως οτιδήποτε έξω από το δωμάτιό του είναι γεμάτο μικρόβια.

Η Γιούμπαμπα δίνει δουλειά στην Τσιχίρο, αλλά την υποδουλώνει, παίρνοντας το όνομά της και μετονομάζοντας τη Σεν. Στο λουτρό το κορίτσι προσπαθεί να βρει τρόπο ξεφύγει από την υποδούλωση της Γιουμπάμπα και να επαναφέρει τους γονείς της στην ανθρώπινη μορφή τους, αλλά αντιμετωπίζει επίσης και διακρίσεις από τους άλλους εργαζόμενους τόσο επειδή είναι άνθρωπος όσο και επειδή είναι γυναίκα.

Όταν καταφτάνει ένα αηδιαστικό “Πνεύμα Βρώμας”, η Τσιχίρο το καθαρίζει και ανακαλύπτει πως στην πραγματικότητα είναι το πνεύμα ενός ποταμού, αλλοιωμένο από τα σκουπίδια του ανθρώπινου καταναλωτισμού. Παράλληλα, το κορίτσι ακολουθεί και βοηθά ο No-Face (Απρόσωπος), ένα πνεύμα που μιμείται τις προσωπικότητες όσων τον περιβάλλουν. Ενώ είναι φιλικός με την Τσιχίρο, περνώντας χρόνο στο λουτρό, έναν χώρο υπερβολής και απληστίας, καταλήγει σε μια βουλιμική μανία, συμβολίζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι που δεν έχουν αναπτύξει μια συνειδητή ταυτότητα, ειδικά τα παιδιά, αντανακλούν τους ανθρώπους που τους περιβάλλουν, μαθαίνοντας από το παράδειγμά τους και υιοθετώντας άκριτα τα χαρακτηριστικά τους. Τόσο το μολυσμένο πνεύμα του ποταμού όσο και ο δηλητηριασμένος No Face προωθούν την ιδέα πως ο οποιοσδήποτε μπορεί να επανέλθει στην αγνή πνευματική του ταυτότητα αρκεί να καθαρίσει το μυαλό του από τις αρνητικές επιρροές της κοινωνίας.

Η Τσιχίρο για να σώσει τους γονείς της επιμένει να παραμείνει σε έναν τρομακτικό κόσμο, τον οποίο αντιμετωπίζει αντλώντας θάρρος, δύναμη και επιμονή από μέσα της. Ξεπερνώντας τις δοκιμασίες, αποκτά αυτοπεποίθηση, εμπιστεύεται την κρίση και το ένστικτό της και να παίρνει αποφάσεις για τον εαυτό της. Για να ωριμάσει το κορίτσι πρέπει να θυμάται πάντα ποια είναι πραγματικά και ταυτόχρονα να κοιτάζει στο μέλλον.

Η ταινία περιέχει πολλές σουρεαλιστικές σκηνές και αλλόκοτους χαρακτήρες όπως τη Γιουμπάμπα, το γιγάντιο μωρό της, κεφάλια που χοροπηδούν και διάφορα άλλα μεταφυσικά πλάσματα που μπορεί να τρομάξουν τους πιο νεαρούς θεατές. Ιδιαίτερα απωθητικά στοιχεία είναι το λασπώδες “Πνεύμα Βρώμας” και η εκτεταμένη σκηνή όπου ο No Face καταβροχθίζει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων τριών υπαλλήλων του λουτρού, τους οποίους φτύνει αργότερα ακέραιους σε μια σειρά εμετών.